Δευτέρα, 25 Αυγούστου 2014

Σήμερα, μετά από 3.000 χρόνια οι νεκροί βεβηλώνονται, διαπομπεύονται με αυτόν τον τρόπο. '' Ελπίζω ότι υπάρχει πια αρκετό μυαλό στους Ελληνες να μην ξαναγίνουν ποτέ τέτοια γεγονότα.''


 πίνακας του Ν. Εγγονόπουλου αποτελεί ένα πικρό σχόλιο
 για το νεοελληνικό εμφύλιο πόλεμο


Εμφύλιος στην Κρήτη

Για τον Εμφύλιο πόλεμο που έπληξε τη χώρα μας στα μέσα του περασμένου αιώνα -και που έχει τις καταβολές του στην περίοδο της γερμανικής κατοχής- έχουν ειπωθεί και γραφτεί πολλά.
Ομως τη σωστή και ολοκληρωμένη απάντηση για τον Εμφύλιο καθώς και για τα γεγονότα που τον σημάδεψαν, θα τη δώσουν οι ιστορικοί. Εκείνοι είναι που θα σκύψουν με υπευθυνότητα στα Ιστορικά Αρχεία και με τη μέθοδο της ανάλυσης θα εξετάσουν τις συνθήκες και τους συσχετισμούς της εποχής και θα μας δώσουν τεκμηριωμένη απάντηση.

Μεγάλη σημασία για την ιστορική έρευνα έχουν και οι γραπτές μαρτυρίες, τα απομνημονεύματα, οι αυτοβιογραφίες κ.λπ. πρωταγωνιστών της εποχής, φτάνει να εξετάζονται με τρόπο κριτικό, να διασταυρώνονται και να συγκρίνονται. Τα απομνημονεύματα μικρών και μεγάλων βοηθούν πληρέστερα στην κατανόηση του πνεύματος της εποχής κι έτσι οι γραπτές μαρτυρίες μπορούν να εμπλουτίσουν την ιστορική μνήμη. Οι αυτοβιογραφίες δεν αποτελούν απλές αφηγηματικές ιστορίες αλλά ιστορίες ιδεολογικά προσδιορισμένες και οι ιστορικοί, οι μελετητές, σήμερα κι αύριο μπορούν να βοηθηθούν στην κατανόηση του κλίματος της εποχής εκείνης.

Στο φύλλο των ´Χανιώτικων νέων´ στις 25-12-2010 ο κ. Αντώνης Πλυμάκης, με  αφορμή άρθρο του κ. Μ. Μακριδάκη για τη μάχη στον Ανυφαντόσπηλιο και τον σκοτωμό των ανταρτών Βαγγέλας Κλάδου και Μήτσου Τσαγκαράκη αναφέρει ότι: «αυτοί τουλάχιστον έπεσαν μαχόμενοι ηρωικά για τα ιδανικά τους», ενώ λέει ο Α. Πλυμάκης δύο άλλους βοσκούς, τους Τζιγκουνάκη και Τριπολιτάκη, τους απήγαγαν οι αντάρτες, τους οδήγησαν στα Λευκά Όρη, τους πέρασαν από «Λαϊκό Δικαστήριο» και τους δολοφόνησαν «εν ψυχρώ».

Κι όμως οι φαμέγιοι – βοσκοί Τζιγκουνάκης και Τριπολιτάκης δεν δολοφονήθηκαν «εν ψυχρώ» αλλά επειδή είχαν προδώσει τον Μιχάλη Γερακάκη. Οπως παραδέχτηκ αν οι ίδιοι, τον είχαν καλέσει να του δώσουν ψωμί. Κι αυτοί αντί για ψωμί είχαν φωνάξει τους χωροφύλακες, οι οποίοι και τον σκότωσαν. Ο Γερακομιχάλης φυγοδικούσε για να μη τον πιάσουν επειδή πολέμησε τους Γερμανούς κατακτητές μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ.

Ο Εμφύλιος πόλεμος στην Κρήτη άρχισε πολύ αργότερα (1947) και τέλειωσε πολύ νωρίτερα (1948) σε σχέση με την υπόλοιπη Ελλάδα όπου ο Εμφύλιος άρχισε το 1946  και τέλειωσε το 1949, όταν ο Δημοκρατικός Στρατός ηττήθηκε και αποχώρησε για τις Ανατολικές χώρες. Σε όλα αυτά τα γιατί θα απαντήσουν οι ιστορικοί.
Στην Κρήτη ο Εμφύλιος πόλεμος δεν είχε βέβαια την οξύτητα που είχε σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, όμως κι εδώ κόπηκαν κεφάλια ανταρτών και εκτίθονταν σε κοινή θέα. Αυτό γράφει στα ´Χ.Ν.´ ο κ. Μακριδάκης, ενώ ο κ. Αντώνης Πλυμάκης γράφει ότι: «Δεν νομίζω, όμως, πως ο λαός υποχρεώνονταν να αντικρίζει και να φτύνει τα κομμένα κεφάλια των ανταρτών».

Όπως μας είπε Χανιώτης (γνωστότατος στην κοινωνία των Χανίων) την εποχή εκείνη ήταν μαθητής του Γυμνασίου. Μια μέρα, λοιπόν, οδήγησαν όλα τα παιδιά του σχολείου στον Κλαδισό όπου ήταν εκτεθειμένα κεφάλια ανταρτών.
Ας αναλογιστούμε γιατί τα πήγαν αυτά τα παιδιά εκεί.

Αναδημοσιεύουμε ένα κομμάτι με τίτλο «Τα κεφάλια» από το βιβλίο «Στα βουνά της Κρήτης και στην παρανομία» που εκδόθηκε το 1978  με το ψευδώνυμο «Μαδαρίτη» για να καταλάβουμε καλύτερα το πνεύμα της εποχής.
Μια από τις ιδιομορφίες του Δημοκρατικού Στρατού στην Κρήτη ήταν ότι αυτός πολεμούσε και διάβαινε γυμνά, άδεντρα κι άνυδρα βουνά, χωρίς μετόπισθεν, χωρίς απολύτως καμία βοήθεια ούτε καν σύνδεση με την ηγεσία του ΚΚΕ. Με μοναδική συντροφιά τους τη σκέψη ότι αγωνίζονται για μια κοινωνία δικαιοσύνης και ανθρωπιάς, για την επικράτηση της παγκόσμιας ειρήνης οι αντάρτες άντεχαν και ξεπερνούσαν όλες τις δυσκολίες.

Πολλές φορές δε κατέφευγαν σε σπηλιές, στις οποίες οι σπηλαιολόγοι σήμερα -όπως γράφει ο κ. Πλυμάκης- βρίσκουν ευρήματά τους. Οι αντάρτες, ωστόσο, ποτέ δεν χρησιμοποιούσαν σπηλιές που ήταν γνωστές, παρά μόνο όταν μέσα σε αυτές μπορούσαν να φτιάξουν δικές τους κρύπτες, δικά τους καταφύγια και καταπακτές.
Στις σπηλιές και τα βάραθρα που χρησιμοποιούσαν οι αντάρτες έδιναν δικές τους ονομασίες. Για αυτό και σήμερα ονομασίες που αναφέρει ο Κ. Πλυμάκης είναι σε αυτούς άγνωστες.

´Τα κεφάλια´

´Μέσα στο πυκνό σκοτάδι, εκεί που καθόμασταν το οκτωβριανό τούτο βράδυ (1948) πάνω στην υγρή γη, ο Γιώργης για τίποτα άλλο δε μιλούσε. Μόνο για κείνο το φρικτό θέαμα που είχε αντικρίσει μια βδομάδα πριν: Τα κομμένα κεφάλια· του Γιώργη Τσιτήλου και του Μήτσου Μακριδάκη. Κι αν κάποια στιγμή ήθελε να αναφερθεί σε κανένα άλλο ζήτημα, τα άφηνε έτσι στη μέση και πάλι ή κουβέντα του στα κεφάλια γύριζε. Είχε πάθει κάτι σαν κλονισμό, μια ψύχωση που τον κυνηγούσε και τον βασάνιζε έτσι, που η σκέψη του δε μπορούσε να συγκεντρωθεί σε κάτι άλλο.

- Φρίκη! έλεγε. Τρομερό!… Θαρρώ πως τα βλέπω και τώρα μπροστά μου… Συνέχεια τα βλέπω, στον ύπνο και στον ξύπνιο μου…

Πολλές φορές, βέβαια, είχε ακούσει ο Γιώργης για τα κεφάλια σκοτωμένων ανταρτών που κατεβάζουν στα Χανιά. Πως τα εκθέτουν σε τόπους περαστικούς. Καρφωμένα σε κοντάρια. Κρεμασμένα απο τα μαλλιά. Με τσιγάρα και πίπες στα άψυχα ματωμένα στόματα που τους βάνουν για να τα χλευάσουν. Είχε ακούσει να διηγούνται άλλοι που είχανε δει τα κεφάλια του Πισσά, του Ροζάκη, του Μπαντουρόγιαννη, του Αναγνωστάκη. Εκφράζανε τη φρίκη τους κι ο Γιώργης τους συμμερίζονταν. Τους καταλάβαινε. Ομως, άλλο είναι να ακούς κι άλλο να δεις με τα μάτια σου. Να έρθεις φάτσα με φάτσα με τα κομμένα κεφάλια. Και μάλιστα με κεφάλια ανθρώπων που γνώριζες. Που αγαπούσες. Που είχες βοηθήσει κάποτε. Που είχες κρύψει ακριβώς για να μη τους βρούνε, για να μην τους πάρουν τα κεφάλια.

- Μέρες τώρα δεν μπορώ να ησυχάσω!…  επαναλαμβάνει ο Γιώργης. Μέρα και νύχτα βλέπω μπροστά μου τον Γιώργη Τσιτήλο. Με το βαθύ ανθρώπινο χαμόγελό του. Που τον αγαπούσαμε όλοι… Και τον Μήτσο…
Πόσοι και πόσοι, σαν και τούτο τον Γιώργη που μας μιλούσε, δεν βρεθήκανε μια απο τις τόσες φορές μπροστά στο ίδιο ανατριχιαστικό θέαμα!… Κι οι δικοί σου, οι φίλοι σου, οι γνωστοί σου εσένα, του άλλου, πόσες φορές δεν τρέξανε μήπως αναγνωρίσουνε σε αυτά τα κομμένα κεφάλια το παιδί τους, τον αδελφό τους, τον φίλο, τον γνωστό. Παιδιά βλέπανε εφιάλτες. Μάνες χάνανε τα λογικά τους με τη σκέψη ότι έτσι μπορεί να γίνει αύριο με τον διωκόμενο γιο ή τη θυγατέρα τους. Χιλιάδες άνθρωποι, ανεξάρτητα που ανήκαν και ποιοι ήταν, οργίστηκαν και πόνεσαν. Το φρικτό θέαμα τους συντρόφευε. Τους κυνηγούσε για καιρό.
Διηγείται, λοιπόν, ο Γιώργης. Δείχνει τη φρίκη του, την οργή του, τον πόνο του. Και μεις κρατούμε τα μηνίγγια μας κι ακούμε…

Είχε περάσει μια βδομάδα μετά την ενέδρα στο Πλακοσέλι… Και πρώτη φορά από τότε βλέπαμε άνθρωπο. Τον Γιώργη στην Τσακίστρα. Ετσι γινότανε μετά από κάθε μάχη που είχαμε απώλειες. Περνούσαμε δυσκολίες. Εξαφανιζόμαστε για κάμποσο. Η μανία των διωχτών μας ανέβαινε και οι προσπάθειές τους πολλαπλασιάζονταν. Και να τα αποφασίζαμε δεν μπορούσαμε να πάρουμε επαφή, να δούμε άνθρωπο. Ξέραμε ότι τα κεφάλια του Τσιτήλου και του Μακριδάκη που πέσανε σε αυτή την ενέδρα τα κόψαν. Δεν ήταν δυνατό να τους άφηναν, προπαντός αυτούς, έξω απο την τέτοιου είδους εκδίκηση. Δεν είχαμε, όμως, δει κανέναν μέχρι τότε να μας το διηγηθεί. Τον Γιώργη βλέπαμε πρώτο.

Καθόμαστε και τον ακούμε χωρίς να μιλάμε. Δεν μπορούσαμε να μιλήσουμε. Ξέραμε ότι ίσως και τα δικά μας κεφάλια είναι υποψήφια της ίδιας τύχης. Μα αυτό ούτε το σκέφτεσαι ούτε το υπολογίζεις. Δεν έχει σημασία αν έκοβαν ή όχι το κεφάλι σου όταν θα σε σκότωναν. Τώρα οργίζεσαι για τη βεβήλωση. 

Οι αρχαίοι Ελληνες μετά από τις φονικές μάχες κάναν ανακωχή για να θάψουν τους νεκρούς τους. 
Σήμερα, μετά από 3.000 χρόνια οι νεκροί βεβηλώνονται, διαπομπεύονται με αυτόν τον τρόπο.

Ο Βασίλης σηκώνεται. Δεν τον χωράει ο τόπος. Ήτανε κι αυτός στο Πλακοσέλι μαζί με τον Τσιτήλο και τον Μακριδάκη. Και γλύτωσε. Ο Γιώργης σταμάτησε τη διήγηση. Δεν μιλούσε πια. Ηρθε η ώρα να φύγουμε. Ανοίξαμε τα σακούλια μας και ρίξαμε μέσα ό,τι μας είχε φέρει. Μετά σηκωθήκαμε. Τα βάλαμε στην πλάτη. Τότε πάλι ο Γιώργης ξανάπε:
Καλύτερα να μη σας γνώριζα…
Καταλάβαμε τη σκέψη του. Αύριο, ίσως μεθαύριο, μπορούσε να βρεθεί μπροστά στο ίδιο αποτρόπαιο θέαμα. Και πράγματι βρέθηκε. Μετά από πέντε – έξι μήνες είδε το κομμένο κεφάλι του Βασίλη. Και πιο μετά της Βαγγελιώς, του Μητσακιού, της Μαριώς, του καπετάν Γιώργη, του Χρήστου, του Χαράλαμπου… Και το 1953(!!!) του Αγγελή…´.

1 σχόλιο

[ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΑΥΡΟΓΕΝΗΣ] ~ 17 Ιανουαρίου 2011 ~ 21:21 ~ Απάντηση
Φρικτές μνήμες μου φέρνει το δημοσίευμα, έζησα τα γεγονότα πολύ έντονα και από πολύ κοντά. Την εποχή εκείνη έγιναν τρεις δολοφονικές απόπειρες στον πατέρα μου, από δεξιούς αναρχικούς. Στη μιά ήμουν παρών και οι σφαίρες πέρασαν δίπλα μου. Ο Μπαντουρόγιαννης και ο Διονυσης Μάντακας ήταν φίλοι μου. Το πτώμα του Μπαντουρόγιαννη (ήμουν 14 χρόνων τότε), πήγα και το είδα και ακόμη τον βλέπω μπροστά μου!
Την ίδια εποχή οι αριστεροί δολοφόνησαν τον άνδρα της αδελφής του πατέρα μου με έξη ανήλικα παιδιά.
Παρ όλα αυτά νομίζω ότι δεν προσφέρει τίποτα το δημοσίευμα μετά από τόσα χρόνια. Ελπίζω ότι υπάρχει πια αρκετό μυαλό στους Ελληνες να μην ξαναγίνουν ποτέ τέτοια γεγονότα.

Πρόσφατα γνώρισα ένα 90χρονο Ρεθεμιώτη, είχα πουλήσει ένα διαμέρισμα στην κόρη του. Οταν άκουσε το επίθετό μου και κατάλαβε ποιός ήμουν μου ζήτησε συγνώμη. Είμαστε ανόητοι, παραλίγο να έχω σκοτώσει τον πατέρα σου χωρίς λόγο.

πηγή : xaniotika nea

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΕΠΑΜ Χανίων | ΕΠΑΜ Σφακίων | ΕΠΑΜ Αποκόρωνα | ΕΠΑΜ Κισσάμου | ΕΠΑΜ Σελίνου |

Οι εργάτες φωνάζουν για ψωμί. Οι έμποροι φωνάζουν γι’αγορές. Οι άνεργοι πεινούσαν.Τώρα πεινάνε κι όσοι εργάζονται Αυτοί που αρπάνε το φαΐ απ’ το τραπέζι. Κηρύχνουν τη λιτότητα. Αυτοί που παίρνουν όλα τα δοσήματα. Ζητάνε θυσίες. Οι χορτάτοι μιλάνε στους πεινασμένους. Για τις μεγάλες εποχές που θα’ ρθουν. Αυτοί που τη χώρα σέρνουνε στην άβυσσο. Λεν πως είναι τέχνη να κυβερνάς το λαό. Είναι πολύ δύσκολη για τους ανθρώπους του λαού.

Bertolt Brecht